μπεζαχτάς

μπεζαχτάς
ο ящик для выручки (в лавке, магазине)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "μπεζαχτάς" в других словарях:

  • μπεζαχτάς — ο 1. πρόχειρο τραπέζι που χρησίμευε ως ταμείο σε παντοπωλείο ή οινοπωλείο 2. συρτάρι όπου φύλαγε ο παντοπώλης τα κέρδη του, πρόχειρο χρηματοκιβώτιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. bezahta] …   Dictionary of Greek

  • μπεζαχτάς — ο (λ. τουρκ.), το συρτάρι, το χρηματοκιβώτιο καταστήματος όπου φυλάγονται οι εισπράξεις μιας ημέρας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»